Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Για τη Μαρία μας...



http://stop-omofovia-xanthi.blogspot.gr/2013/11/video.html

Στην εκδήλωση που οργάνωσε η Κίνηση "Απελάστε το Ρατσισμό" στις 30 Οκτωβρίου 2013 οι "Οικογένειες Ουράνιο Τόξο" συμμετείχαν με το παρακάτω συλλογικό κείμενο που διάβασε για την ομάδα ο Νίκος Μυλωνάς.


"Με τη Μαρία συναντιόμασταν συχνά σε διάφορα μέρη αλλά την γνωρίσαμε πραγματικά στην ημερίδα «ιστορίες coming out» που οργάνωσε η Color youth τον Φλεβάρη του 2013. Εκεί ξεδίπλωσε τη ζωή της μπροστά μας και την άνοιξε σαν βιβλίο και όσοι και όσες βρεθήκαμε εκείνη τη μέρα στο θέατρο Βικτώρια να την ακούσουμε βρήκαμε μια φίλη, μια συντρόφισσα. Ήταν σαν να είχαμε περάσει μαζί τα παιδικά μας χρόνια, την εφηβεία μας, την ενηλικίωση… Η Μαρία ήταν ο εαυτός της ανοιχτά και περήφανα ακόμα κι όταν η οικογένειά της προσπαθούσε να την ξανακάνει «κανονική», ακόμα κι όταν έτρωγε ξύλο για να στρώσει. Δεν το έβαλε κάτω και διεκδίκησε, διεκδίκησε με όλους τους δυνατούς τρόπους .Πίστευε ακράδαντα ότι η ορατότητα είναι απαραίτητη και πως η ντουλάπα είναι μόνο χώρος για να αποθηκεύει τα ρούχα της και όχι χώρος για να ζει τη ζωή της. Κάναμε πολλές συζητήσεις και της ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι η γνωστή ατάκα: «δεν έχω πρόβλημα με τους γκέι, αρκεί να εκδηλώνονται στο σπίτι τους, στον ιδιωτικό τους χώρο». Πρόκειται για μια πλευρά της διάκρισης δημόσιου και ιδιωτικού, σύμφωνα με την οποία η σεξουαλικότητα αφορά αποκλειστικά τον ιδιωτικό χώρο, όχι τον δημόσιο. Αλλά στο σπίτι μιας πυρηνικής οικογένειας πώς διασφαλίζεται η ιδιωτικότητα της λεσβίας κόρης; Και είναι πράγματι ο δημόσιος χώρος σεξουαλικά ουδέτερος; Τότε γιατί ένα στρέιτ ζευγάρι που φιλιέται στον δρόμο περνά σχεδόν απαρατήρητο, ενώ η εικόνα δυο ανδρών ή γυναικών που περπατούν χέρι-χέρι καταγράφεται ως σεξουαλική και, μάλιστα, προκλητική;


Βλέπει κανείς ότι οι κατηγορίες «δημόσιο» και «ιδιωτικό» έχουν δημιουργηθεί με βάση συγκεκριμένα πρότυπα, την πυρηνική οικογένεια και την ετεροφυλοφιλία. Η ετεροφυλοφιλία δεν καταγράφεται ως σεξουαλική έκφραση ακριβώς επειδή είναι πανταχού παρούσα και θεωρείται δεδομένη, φυσική. Έβλεπε πως το παλιό φεμινιστικό σύνθημα «το προσωπικό είναι πολιτικό» όχι μόνο δεν είναι ξεπερασμένο, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο της προοδευτικής σκέψης. Έβλεπε ότι στην Ελλάδα μεγάλο τμήμα της Αριστεράς δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει τη σεξουαλικότητα ως πολιτικό ζήτημα. Έβλεπε να κυριαρχεί η εντύπωση ότι η σεξουαλικότητα έχει μικρότερη σημασία σε σχέση με τα οικονομικά ή τα ταξικά ζητήματα, τα μόνα που θεωρούνται όντως πολιτικά.
Ήξερε καλά ότι η σεξουαλικότητα δεν είναι ένα «φυσικό δεδομένο», μια «βιολογική πραγματικότητα», κάτι που απλά συμβαίνει. Η σεξουαλικότητα οργανώνεται κοινωνικά, είναι το πεδίο παραγωγής ενός εξουσιαστικού συστήματος, η βάση πάνω στην οποία γίνονται διαχωρισμοί με κριτήριο το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου διακρίσεις σε βάρος κάποιων, άγριες επιθέσεις... και αν οι lgbt βρέθηκαν στη θέση των πιο εμφανώς βαλλόμενων, από το εξουσιαστικό αυτό σύστημα, ατόμων, αυτό δεν σημαίνει ότι η οργάνωση της σεξουαλικότητας και τα παιχνίδια εξουσίας που παίζονται γύρω από αυτήν δεν αφορούν όλους και όλες...κανένας και καμία δεν γλιτώνει. Μέσα στη δική μας ομάδα προσπάθησε να κάνει σαφές ότι η ανάλυση για την ομοφοβία, την τρανσφοβία, για τις διακρίσεις σε βάρος των lgbt ατόμων που ο ετεροσεξισμός παράγει, πρέπει να συνδέεται με μια ανάλυση σχετική με άλλες δομές εξουσίας που οργανώνουν τις κοινωνίες: την τάξη, το φύλο, την εθνικότητα, την ηλικία, την σωματική ικανότητα. Και έτσι η συνειδητοποίηση του ρατσισμού, του εθνικισμού, των ταξικών διακρίσεων οφείλει να παίζει ρόλο στην διαμόρφωση διεκδικήσεων και διαδικασιών του lgbt κινήματος.


 Όταν βγαίνω στον δρόμο και διεκδικώ να είμαι ορατός, στην πραγματικότητα διεκδικώ τη δυνατότητα να υπάρχω σ’ ένα χώρο με τους δικούς μου όρους, να τον οικειοποιούμαι έστω και προσωρινά. Παράλληλα μας βοήθησε να δούμε πόσο σημαντικό είναι να καλλιεργήσουμε μια πρακτική και μια θεώρηση του πολιτικού που να μας επιτρέπει να χτίσουμε μια ομάδα-κοινότητα μέσα στην οποία να φροντίζουμε τα σώματα και τις επιθυμίες μας στο εδώ και τώρα, να γιορτάζουμε τις ανάγκες και τα θέλω μας , μια ομάδα-κοινότητα που να μπορεί να μεταβάλλεται και να μετασχηματίζεται την ίδια στιγμή που λειτουργεί υποστηρικτικά, τροφοδοτώντας και πραγματώνοντας την ουσιαστική αλληλεγγύη. Η Μαρία ήταν πάντα παρούσα, διαθέσιμη να βοηθήσει, να στηρίξει. Είχε την ελπίδα ότι στο μέλλον θα μπορούμε όλοι και όλες να φτιάχνουμε την οικογένειά μας με τον τρόπο που επιλέγουμε χωρίς να βιώνουμε τον αποκλεισμό και την κοινωνική απομόνωση. Όταν πληροφορηθήκαμε το θάνατό της παγώσαμε όλες και όλοι. Η αυτοκτονία είναι έτσι κι αλλιώς μια πράξη-ταμπού. Θεωρείται αδιανόητο ένα πλάσμα να ακυρώσει την ίδια του την ύπαρξη. Κάποιες και κάποιοι που δεν την ήξεραν τόσο καλά πίστεψαν ότι παραδόθηκε, ότι ηττήθηκε ότι υιοθέτησε τη στάση εκείνου που δεν θέλει πια να αγωνίζεται ,που πιστεύει ότι δεν υπάρχει διέξοδος και βάζει ένα τραγικό τέλος στην ζωή του Όσοι ξέραμε τη Μαρία καλά ξέρουμε ότι αυτό δεν ισχύει Για τη Μαρία η αυτοκτονία ήταν μια πράξη απελευθέρωσης, μια πράξη ελεύθερης επιλογής, διάλεξε τον τρόπο εξόδου της από τη ζωή αφού δεν μπορούσε να διαλέξει έτσι κι αλλιώς τον τρόπο εισόδου της σε αυτήν. Εμείς που την ξέραμε και την αγαπούσαμε σεβόμαστε την επιλογή της ακόμα κι αν ξεφεύγει από τα προσωπικά μας κριτήρια γιατί η ίδια μας έδειξε τρόπους να βγάλουμε την καρδιά μας από το ψυγείο και να την ξεπαγώσουμε για να μπορεί να νιώθει και να γεμίζει..."
 Για τη Μαρία μας

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Lou Reed, 1942-2013: Αντίο σε έναν μεγάλο


In 1956, Reed, who was bisexual, received electroconvulsive therapy as a teenager, which was intended to cure his bisexuality; he wrote about the experience in his 1974 song, "Kill Your Sons." In an interview, Reed said of the experience:
"They put the thing down your throat so you don't swallow your tongue, and they put electrodes on your head. That's what was recommended in Rockland County to discourage homosexual feelings. The effect is that you lose your memory and become a vegetable. You can't read a book because you get to page 17 and have to go right back to page one again."
—Lou Reed quoted in Please Kill Me (1996)








lou-reed-start
«Ένα ακόρντο φτάνει. Δύο ακόρντα ίσως το παρακάνουν. Με τρία ακόρντα είσαι πια τζαζ». Ο Lou Reed πάντα ήξερε τι έλεγε και πάνω απ' όλα τι έπαιζε. Ένας από τους πιο εμβληματικούς δημιουργούς για 45 χρόνια της ροκ ιστορίας πέθανε σήμερα σε ηλικία 71 ετών.
Σύμφωνα με το Rolling Stone, ο Lou Reed είχε υποβληθεί σε μεταμόσχευση ήπατος τον Μάιο ενώ ακόμα άγνωστα παραμένουν τα αίτια του θανάτου του.
Ως μέλος των The Velvet Underground τη δεκαετία του 1960, ο Reed άνοιξε νέους δρόμους στο χώρο της ροκ προς διάφορες κατευθύνσεις.
Ο Λιούς Άλαν Ριντ, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στο Μπρούκλιν το 1942 και μεγάλωσε στο Freeport του Long Island. Όντας ακόμη νεαρός, έκανε πραγματικότητα το όνειρό του, μαθαίνοντας να παίζει κιθάρα, ενώ άρχισε να συμμετέχει σε σχολικές ροκ μπάντες. Σύντομα έκανε και την πρώτη του ηχογράφηση σε στιλ ριδμ εντ μπλουζ με το συγκρότημα The Shades.
Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο των Συρακουσών (Syracuse University) όπου ο ποιητής και καθηγητής του Delmore Schwartz τον ενθάρρυνε στην πορεία του και τον βοήθησε όσον αφορά τη χρήση της αγγλικής γλώσσας. Αργότερα ο Reed απότισε φόρο τιμής σε αυτόν τον μέντορά του με το τραγούδι "My House", με αναφορές στον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις. Εκεί, επίσης, αναπτύχθηκε το ενδιαφέρον του για την φρι τζαζ (free jazz) και την πειραματική μουσική (experimental). Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ποίηση της γενιάς μπιτ και για την πρόζα του Μπάροουζ.
Μετά την αποφοίτησή του το 1964, έπιασε δουλειά ως συνθέτης στη δισκογραφική εταιρία Pickwick Records. Την επόμενη χρονιά δημιούργησε μαζί με τον Ουαλό αβανγκάρντ βιολιστή συνάδελφό του, Τζον Κέιλ, το συγκρότημα The Primitives, το οποίο μετεξελίχθηκε τελικά στους The Velvet Underground. Ενώ η σύνθεση του συγκροτήματος δεν υπήρξε σταθερή (ο Κέιλ το εγκατέλειψε το 1968, ο Reed το 1970) και δεν ήταν εμπορικά βιώσιμο, αποτέλεσε ένα από τα underground συγκροτήματα με την μεγαλύτερη επιρροή στην ιστορία της ροκ.
Αποτελούνταν από τον Λου Ριντ, τον Τζον Κέιλ, τον Στέρλινγκ Μόρισον και την Μορίν Τάκερ. Εκείνη την περίοδο γράφτηκαν τα τραγούδια "Heroin" και "I'm Waiting for my Man", τραγούδια που μοιάζουν να σκιαγραφούν τα έργα του Μπάροουζ.
Η συνάντησή τους με τον Άντι Γουόρχολ ήταν καθοριστική καθώς απογείωσε τη φήμη τους. Ο Πάπας της Ποπ υπήρξε ο μάνατζέρ τους, ο οποίος διοργάνωσε τις περιοδείες του γκρουπ σε όλη την Αμερική και τον Καναδά, αποσπώντας εντυπωσιακές κριτικές.
Στα τέσσερα χρόνια που ακολούθησαν, οι Velvet Underground κυκλοφόρησαν ισάριθμους δίσκους. Έως τότε, τα αγαπημένα θέματα του Ριντ ήταν η κακόφημη γειτονιά του, τα ναρκωτικά και ο θάνατος. Μέχρι την ηχογράφηση του δίσκου του White Light/White Heat, η Νίκο είχε απομακρυνθεί και ο Γουόρχολ είχε απολυθεί, ενώ στη θέση του μάνατζερ προσλήφθηκε ο Στιβ Σεσνίκ. Το 1970 εμφανίστηκε το γνωστό τραγούδι "Sweet Jane" στο δίσκο Loaded των Velvet Underground, το οποίο γνώρισε διάφορες επανεκτελέσεις. Η εκτέλεσή του από τους Cowboy Junkies έγινε μέρος του σάουντρακ της ταινίας "Natural Born Killers" (Γεννημένοι Δολοφόνοι) του Όλιβερ Στόουν.
Το 1970 ο Ριντ αποχώρησε από το συγκρότημα και ακολούθησε σόλο καριέρα, ενώ ταυτόχρονα μετακόμισε στο Λονδίνο. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ντέιβιντ Μπάουι, ο οποίος μαζί με τον Μικ Ρόνσον ανέλαβε την παραγωγή στο πρώτο προσωπικό του άλμπουμ, με τίτλο Transformer το 1972. Αυτός ο γκλαμ ροκ (glam rock) δίσκος περιλαμβάνει το γνωστότερο ίσως τραγούδι του Ριντ, το "Walk on the Wild Side", το οποίο περιγράφει τους κοινωνικά απροσάρμοστους (misfits), τους εκπορνευόμενους άντρες (male hustlers) και τους τραβεστί στο Factory του Αντι Γιούρχολ. Αυτός ο δίσκος περιλαμβάνει επίσης τα τραγούδια "Perfect Day", "Vicious" και "Satellite of Love".
Το τραγούδι "Perfect Day" εμφανίστηκε σε μια εκτέλεση με έγχορδα του Μικ Ρόνσον η οποία εγκωμιάστηκε από τον Ριντ στο επεισόδιο Transformer της σειράς του BBC "Classic Albums" (Κλασικά Άλμπουμ). Το τραγούδι αυτό περιλήφθηκε αργότερα στο σάουντρακ της ταινίας Trainspotting και ακούγεται στην σκηνή της ταινίας όπου ο πρωταγωνιστής Μαρκ Ρέντον έχει κάνει υπερβολική χρήση ηρωϊνης. Το τραγούδι αυτό έχει επίσης μεταγραφεί στα ελληνικά και έχει γίνει η μουσική του εκτέλεση από τον Διονύση Σαββόπουλο, στο δίσκο του Το Ξενοδοχείο, το 1997.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Λου Ριντ διατήρησε το καταθλιπτικό στιλ του, γεγονός που απογοήτευσε μέρος του κοινού του. Το αποκορύφωμα της αποτυχίας του θεωρίται το άλμπουμ Metal Machine Music. Στα μέσα της δεκαετίας του '80 αποφάσισε να κάνει μία στροφή, αρχίζοντας να γράφει πιο ρυθμικά και αισιόδοξα τραγούδια. Το άλμπουμ The Bells συγκρίθηκε από τους κριτικούς με τα κλασικά Astral Weeks του Βαν Μόρισον και Exile on Main Street των Rolling Stones, καθώς συνεργάστηκε σε αυτό και ο τζαζίστας Ντον Τσέρι. Το 1993 ξαναβρέθηκε για τελευταία φορά με τα υπόλοιπα μέλη των Velvet Underground για μία ευρωπαϊκή περιοδεία.
Το 1980 παντρεύτηκε τη Σίλβια Μοράλες με την οποία χώρισε μια δεκαετία αργότερα. Ο Ριντ έδειξε ενδιαφέρον για τα πολιτικά ζητήματα το 1986 όταν συμμετείχε στην περιοδεία της Διεθνούς Αμνηστίας A Conspiracy of Hope Tour. Στο άλμπουμ του New York το 1989, αποδοκίμασε το έγκλημα, τα υψηλά ενοίκια, τον πολιτευόμενο ιεροκήρυκα Τζέσε Τζάκσον, τον Γενικό Γραμματέα του Ο.Η.Ε. Κουρτ Βάλντχαϊμ ακόμη και τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β'. Επίσης, συνδεόταν φιλικά με τον Τσέχο αντιφρονούντα συγγραφέα και πολιτικό Βάτσλαβ Χάβελ.


Μετά το θάνατο του Γουόρχολ στη διάρκεια μιας εγχείρισης το 1987, ο Ριντ συνεργάστηκε με τον Τζον Κέιλ το 1990 στο μινιμαλιστικό άλμπουμ Songs for Drella (Τραγούδια για την Ντρέλα, "Drella" από τον συνδυασμό των λέξεων "Dracula" [Δράκουλας] και "Cinderella" [Σταχτοπούτα], ένα παρατσούκλι του Γουόρχολ).
Η δεκαετία του 1990 χαρακτηρίστηκε από τρία άλμπουμ —με θεωρoύμενο ως καλύτερο το Magic and Loss—, κάποιες ζωντανές εμφανίσεις, την ερωτική του φιλία με την Λόρι Άντερσον, την ενασχόλησή του με τη φωτογραφία και μια επίμονη μελέτη των έργων του Άλαν Πόε. Το 1996 το συγκρότημα Velvet Underground καταχωρήθηκε στο Rock and Roll Hall of Fame.
Η δεκαετία του 2000 ξεκίνησε για τον Ριντ με το επιτυχημένο άλμπουμ Ecstasy και τρία χρόνια αργότερα επανήλθε στο προσκήνιο με το The Raven, στο οποίο συμμετείχαν θρύλοι όπως ο Ορνέτ Κόλμαν, οι Blind Boys of Alabama, οι ηθοποιοί Στιβ Μπουσέμι, Ντάνιελ Νταφόε, Λόρι Άντερσον και ο ταχύτατα ανερχόμενος Άντονι. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε μια ανθολογία από το σύνολο το έργου του με τον τίτλο Lou Reed: New York Man, ενώ το 2004 κυκλοφόρησε το διπλό live άλμπουμ με τίτλο Animal Serenade δίνοντας έτσι ένα ισχυρό «παρών!» στην ροκ εντ ρολ σκηνή.


L’addio di Laurie Anderson a Lou

Laurie Anderson, moglie di Lou, ha inviato questa emozionante e struggente lettera per raccontare il loro amore, il vero Lou e gli ultimi momenti insieme. 
Ho conosciuto Lou a Monaco, non a New York. Era il 1992, e stavamo entrambi suonando con John Zornal Kristallnach festival in ricordo della Notte dei Cristalli del 1938, che ha segnato l’inizio dell’Olocausto. Ricordo che guardavo alle espressioni confuse delle facce degli ufficiali di dogana mentre un flusso continuo di musicisti di Zorn attraversava la dogana tutti con indosso delle magliette rosse con scritto “Abbiamo ritmo e siamo Ebrei”.
John voleva che ognuno di noi incontrasse gli altri e suonasse con gli altri, contrariamente a come si usa nei festival. Ecco perché Lou mi ha chiesto di leggere qualcosa insieme al suo gruppo. L’ho fatto, ed era forte e intenso e molto divertente. Dopo lo spettacolo, Lou mi ha detto “lo hai fatto nello stesso identico modo in cui lo faccio io!”. Perché aveva avuto bisogno di me per fare un qualcosa che poteva benissimo fare da solo ancora non l’ho compreso, ma era sicuramente inteso come un complimento.
laurie-anderson-007Mi è subito piaciuto, ma rimasi sorpresa che non avesse un accento inglese. Per qualche ragione pensavo che i Velvet Underground fossero inglesi, E avevo solo una vaga idea di quello che avessero fatto (lo so, lo so). Venivo da un mondo completamente diverso. E tutti i mondi a New York all’epoca (il mondo della moda, il mondo dell’arte, il mondo della letteratura, il mondo del rock, il mondo della finanza) erano abbastanza provinciali. In un certo senso sprezzanti. Ancora non legati tra loro. Come poi avemmo modo di scoprire, Lou ed io non vivevamo molto lontano l’uno dall’altro a New York, e dopo il festival Lou suggerì di vederci.Penso gli sia piaciuto quando ho risposto “sì! Assolutamente! Ora sono in tour, ma quando tornerò, vediamo, tra circa quattro mesi, vediamoci sicuramente!”. Andò avanti per un po’, e finalmente mi chiese se volevo andare all’Audio Engineering Society Convention. La Convention è uno dei posti più grandi e importanti dove entusiasmarsi sull’ultimo equipaggiamento tecnico, E passammo un pomeriggio felice guardando amplificatori, cavi e parlando delle cose elettroniche da comprare. Non avevo alcuna idea che quello dovesse essere un appuntamento, ma quando andammo a prendere un caffè dopo mi chiese “vorresti andare al cinema?”. Certo. “E dopo di quello a cena?”. OK. “E poi una passeggiata?”. Um … da quel momento non ci siamo mai separati.
Lou ed io suonavamo insieme, diventammo migliori amici, e poi compagni, abbiamo viaggiato, ascoltato e criticato il lavoro dell’altro, studiato cose insieme (la caccia alle farfalle, la meditazione, andare in kayak). Facevamo battute ridicole; smesso di fumare 20 volte; combattuto; imparato a trattenere il fiato sott’acqua; andati in Africa; abbiamo cantato arie d’opera in ascensore; fatto amicizia con persone improbabili; ci siamo seguiti in tour quando è stato possibile; abbiamo avuto una dolcissima cagnolina che suonava il piano; condiviso una casa che era diversa dai nostri rispettivi appartamenti; abbiamo protetto e amato l’altro. Andavamo spesso a vedere arte, musica, spettacoli, teatro e ho osservato come amava e apprezzava altri artisti e musicisti. Era sempre così generoso. Sapeva come fosse difficile l’ambiente. Amavamo la nostra vita nel West Village e i nostri amici; e, in tutto ciò, abbiamo sempre fatto tutto nel miglior modo che ci riuscisse.
Come molte coppie, ognuno di noi ha costruito un modo d’essere: strategie, e a volte compromessi, che ci hanno permesso di essere parte di una coppia. A volte abbiamo perso un po’ di più di quello che eravamo capaci di dare, o abbiamo ceduto un po’ troppo, o ci siamo sentiti abbandonati. A volte ci siamo davvero arrabbiati. Ma anche quando ero fuori di me, non ero mai annoiata. Abbiamo imparato a perdonarci l’un l’altro. E in qualche modo, per 21 anni, abbiamo intrecciato le nostre menti e i nostri cuori, insieme.Lou-Reed-and-Laurie-Anderson-Coney-Island-New-York
Era la primavera del 2008. Stavo camminando per strada, in California, mi sentivo abbattuta e parlavo al cellullare con Lou. “Ci sono tante cose che non ho mai fatto e che volevo fare” gli ho detto.
Come cosa, per esempio?
Non so, non ho mai imparato il tedesco, non ho mai studiato fisica, non mi sono mai sposata
Perché non ci sposiamo?” mi ha chiesto. “Ci incontriamo a metà strada. Arrivo in Colorado. Che ne dici di domani?
Uhm … non pensi che domani sia un po’ troppo presto?
No, non lo penso”.
Lou Laurie2E così il giorno dopo ci siamo incontrati a Boulder, in Colorado, e ci siamo sposati nel giardino di un amico di sabato, indossando i nostri normali vestiti da sabato, e sebbene dovessi fare uno spettacolo subito dopo la cerimonia, per Lou andava bene. (I musicisti che si sposano è come quando si sposano due avvocati. Quando dici “accidenti devo lavorare in studio fino alle tre di notte” o cancelli tutti i tuoi appuntamenti per chiudere il caso, sai esattamente cosa significhi e non fai necessariamente dei salti di gioia).
Suppongo ci siano molti modi di sposarsi. Alcune persone sposano qualcuno che conoscono a malapena, cosa che può anche funzionare. Quando sposi quello che è anche il tuo migliore amico da diversi anni, dovrebbe esserci un altro nome per chiamare la cosa. Ma la cosa che mi ha sorpreso di più nello sposarmi è come si alteri il tempo. E anche come in qualche modo aggiunga una tenerezza che era, in qualche modo, completamente nuova. Per parafrasare il grande Willie Nelson: “Il 90% delle persone in questo modo finisce con la persona sbagliata, ed è questo che fa ancora andare gli juke box”. Lo Jukebok di Lou era pieno di amore e di molte altre cose: bellezza, dolore, storia, coraggio, mistero.
Lou era malato da due anni a questa parte: prima per il trattamento con interferone, una serie di iniezioni ignobili ma spesso efficaci per trattare l’epatite C che è equipaggiata con una bella serie di fastidiosi effetti collaterali. Poi è subentrato un cancro al fegato, che si andava a sommare a una forma di diabete in stato avanzato. Abbiamo ottenuto buoni risultati in ospedale. Lui ha imparato tutto quanto su queste malattie e sui rispettivi trattamenti. Ha continuato a fare Tai Chi ogni giorno per due ore più fotografie, libri, registrazioni, la sua trasmissione radiofonica con Hal Willner e molti altri progetti. Ha amato i suoi amici, e ha chiamato, mandati messaggi, email quando non poteva essere con loro. Abbiamo cercato di comprendere e applicare gli insegnamenti che il nostro maestro Mingyur Rinpoche impartiva; specialmente quelli più difficili come “devi imparare a padroneggiare l’abilità di sentirti triste senza in realtà essere triste”.
La scorsa primavera, all’ultimo minuto, ha ricevuto un trapianto di fegato che sembrava aver funzionato completamente e ha riguadagnato istantaneamente la salute e l’energia. Poi anche quello ha cominciato a funzionare male, e non c’era via di scampo. Quando il dottore ha detto: “E’ finita. Non ci sono più opzioni”, l’unica parte che Lou ha sentito era “opzioni”. Non si è dato per vinto fino all’ultima mezz’ora della sua vita, quando improvvisamente lo ha accettato: all’improvviso e completamente.
Eravamo a casa. Lo avevo portato via dall’ospedale qualche giorno prima. E anche se era molto debole, ha insistito per uscire fuori nella luce accecante del mattino.
Come persone use alla meditazione, eravamo preparati per questo: come muovere l’energia dalla pancia fino al cuore e poi spingerla fuori dalla testa. Non ho mai visto un’espressione così piena di meraviglia come quella di Lou quando è morto. Le sue mani stavano facendo la forma 21 del Tai Chi, quella dell’acqua che scorre. I suoi occhi erano spalancati. Stavo tenendo tra le braccia la persona che amavo più di ogni altra cosa al mondo e le parlavo mentre moriva. Il suo cuore ha smesso di battere. Non aveva paura. Ero riuscita a camminare con lui fino alla fine del mondo. La vita – così bella, dolorosa e spettacolare – non può dare qualcosa più di questo. E la morte? Penso che lo scopo della morte sia liberare l’amore.
Al momento, non posso che essere piena di gioia e sono così orgogliosa del modo in cui ha vissuto e in cui è morto, della sua incredibile potenza e grazia.
Sono sicura che verrà a trovarmi in sogno e sembrerà ancora vivo. E all’improvviso sono qui in piedi da sola incantata e piena di gratitudine. Com’è strano, eccitante e miracoloso che possiamo cambiarci l’un l’altro in modo così profondo, amarci l’un l’altro così tanto attraverso le nostre parole e la musica e le nostre vite reali.
Laurie Anderson
01_portraits_laurie_anderson

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Η οδύσσεια της Μαρίας

01/08/13


Η περιπέτεια μιας εγκύου με ψυχικό πρόβλημα που αναζητείται από τους Γιατρούς του Κόσμου αποκαλύπτει τη διάλυση των δομών πρόνοιας στην Ελλάδα

Του Δημήτρη Αγγελίδη

Ας την πούμε Μαρία. Πέρασε πρόσφατα το κατώφλι των Γιατρών του Κόσμου, στην Κουμουνδούρου, σε κακά χάλια, μ’ ένα μωρό στην κοιλιά, έγκυος έξι μηνών. Ηλικία γύρω στα 30, γεννημένη στην Ελλάδα. Δεν είχε πού να πάει να ρωτήσει για το μωρό, ζήτησε βοήθεια. Υστερα μπήκε για λίγο σ’ έναν άλλο, δικό της κόσμο. Ακουγε φωνές που υπήρχαν μόνο στο κεφάλι της, τους απαντούσε. Μετά αποκτούσε και πάλι επαφή με το περιβάλλον.

Ενα στόχο έβαλαν οι Γιατροί του Κόσμου. Να μη γίνει η Μαρία άλλη μια «σύγχρονη Μήδεια» των εφημερίδων και των δελτίων ειδήσεων. «Ενα κορίτσι με βαριά ψυχική ασθένεια, εκτός τόπου και χρόνου, που κυκλοφορεί μισοχαμένη στους δρόμους της Αθήνας, μπορεί να γίνει επικίνδυνη για την ίδια και το παιδί της.


Στο πεζοδρόμιο

«Αν συλληφθεί και βρεθεί ότι έχει ένα λοιμώδες, με τη διάταξη Λοβέρδου σε ισχύ, από θύμα θα την πουν θύτη. Κανείς δεν θα μιλάει γι’ αυτόν που την άφησε έγκυο, για όσους τη χρησιμοποίησαν, για την πλήρη διάλυση του ιστού της πρόνοιας, για τη διάλυση των δομών της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης» λέει στην «Εφ.Συν.» ο Νικήτας Κανάκης από τους Γιατρούς του Κόσμου.

Οι κοινωνικοί λειτουργοί της οργάνωσης έψαξαν και βρήκαν όσα μπόρεσαν. Οτι έχει ψυχωσική συνδρομή. Οτι έχασε τον πατέρα της νωρίς. Μεγάλωσε με τη μητέρα της, επίσης με ψυχωσικό σύνδρομο, κι έναν αδελφό με χρόνιο πρόβλημα εξάρτησης. Δουλειά πουθενά. Βγήκε στο πεζοδρόμιο, στην πιο λούμπεν εκδοχή που μπορεί να φανταστεί κανείς. Γέννησε τρία παιδιά και τα άφησε σε ιδρύματα. Πέρσι, με τη βοήθεια μιας θείας της, του μόνου συγγενή χωρίς σοβαρά προβλήματα, μπήκε στο Δρομοκαΐτειο. Εμεινε ένα μήνα, βγήκε. Τον Σεπτέμβριο ξαναμπήκε για άλλους τέσσερις. «Ρυθμίστηκε», όπως λένε οι γιατροί. Ακουσε συμβουλές, πήρε φάρμακα, έλεγξε την ασθένεια. Οταν βγήκε, σταμάτησε τα φάρμακα και απορρυθμίστηκε. Γνώρισε στον δρόμο κάποιον και ζουν μαζί, με τα χρήματα που βγάζει αυτή από το πεζοδρόμιο, έγκυος γυναίκα. Του έχει εμπιστοσύνη, δεν της φέρεται άσχημα. Αλλά φτάνει;

Κι εδώ αρχίζει μια άλλη οδύσσεια. Να βρεθεί άκρη με τη γραφειοκρατία του διαλυμένου κοινωνικού κράτους μιας χώρας σε κρίση. «Θέλαμε να σιγουρευτούμε ότι αυτή η γυναίκα θα παρακολουθείται μέχρι να γεννήσει, ώστε να είναι ασφαλής η ίδια και το παιδί της. Να μπει σε ένα πλαίσιο προστασίας μέχρι να γεννήσει και να ρυθμιστούν μετά όλα τα υπόλοιπα. Απευθυνθήκαμε στο Αιγινήτειο κι εκεί φάγαμε δύο πόρτες. Η πρώτη: μας είπαν ότι η δομή είναι κλειστή τον Αύγουστο, δεν δέχεται εισαγωγές. Και η δεύτερη: ότι η Μαρία είναι ανασφάλιστη» λέει ο Νικήτας Κανάκης.

Τους παρέπεμψαν σε νοσοκομείο που εφημερεύει, για να μπει η Μαρία ως επείγον περιστατικό και να αποφευχθεί ο σκόπελος της ασφάλισης. Επρεπε να υπάρχει γυναικολογική–μαιευτική κλινική και ψυχιατρική μονάδα, για να την παρακολουθούν και οι δύο ειδικότητες.

Προτάθηκε ο «Ευαγγελισμός» και η Μαρία πήρε από τους Γιατρούς του Κόσμου παραπεμπτικό σημείωμα για τον γιατρό. Αυτά την περασμένη εβδομάδα. Από τότε η Μαρία δεν έχει δώσει σημεία ζωής.



Από τον «Ευαγγελισμό» δεν φαίνεται να έχει γίνει εισαγωγή. Τώρα οι Γιατροί περιμένουν μήπως εμφανιστεί η Μαρία, που συνηθίζει να χάνεται για σύντομα διαστήματα, για να κινήσουν επείγουσες διαδικασίες εισαγωγής.

«Τα τελευταία χρόνια αρχίζουμε να βλέπουμε σύνθετα ιατρικά προβλήματα, πολλά από τα οποία θέλουν νοσοκομείο. Καθώς έχει διαλυθεί η πρόνοια, βλέπουμε πια διαλυμένους ανθρώπους που δεν έχουν πουθενά να κρατηθούν. Και πάνω σ’ αυτά προστίθεται η διάλυση των δομών υγείας. Παρόλο που πολλοί επαγγελματίες γιατροί καταβάλλουν υπερπροσπάθεια, υπάρχει διοικητικό πρόβλημα και επικρατεί παράλυση. Βγαίνει ένας άνθρωπος από ψυχιατρικό νοσοκομείο και δεν υπάρχει συνέχεια. Δεν θα έπρεπε να τον παρακολουθούν οι κοινωνικές υπηρεσίες; Πώς ορίζεται η επείγουσα κατάσταση που ανακοίνωσε με στόμφο ο υπουργός; Μια έγκυος με ψυχωσική συνδρομή είναι επείγουσα κατάσταση ή όχι; Κι αν είναι, πώς τη διώχνει κανείς από το νοσοκομείο; Το Εθνικό Κέντρο Αμεσης Βοήθειας πού είναι; Δεν έπρεπε να είναι διασυνδεδεμένο με τις κοινωνικές υπηρεσίες των νοσοκομείων; Πώς θα προσανατολιστούν αυτοί οι άνθρωποι στις δομές; Με ποιον θα συνεννοηθούν, ποιος θα τους δεχτεί βρόμικους και εξαθλιωμένους;» λέει ο Ν. Κανάκης.

Οι Γιατροί του Κόσμου ετοιμάζονται να ξεκινήσουν μια πρωτοβουλία για την προστασία των εγκύων. Προτείνουν να δίνεται στις άπορες εγκύους μια προσωρινή κάρτα απορίας για δώδεκα μήνες, έξι πριν από τη γέννα και έξι μετά. Με ταχείες διαδικασίες, καθώς η εγκυμοσύνη είναι επείγον περιστατικό που δεν μπορεί να περιμένει.

Θύτες και θύματα

«Το κόστος είναι πολύ μικρότερο από το να παρουσιαστεί ένα παιδί με προβλήματα που θα το συνοδεύουν μια ζωή εξαιτίας της απουσίας προγεννητικού ελέγχου. Επειτα φεύγει από το μαιευτήριο μια γυναίκα και κανείς δεν τη ρωτάει αν έχει γάλα να δώσει στα παιδιά της. Δεν υπάρχει μια μαία, όπως υπάρχει σε όλο τον κόσμο, να πάει στο σπίτι να δει: ξέρει να φροντίζει το μωρό; Ξέρει να το θηλάζει; Εχει νερό στο σπίτι;

Αν υπήρχε συστηματική φροντίδα από την αρχή, που θα εξασφάλιζε στις γυναίκες γάλα, τρόφιμα και ιατρική φροντίδα, θα λύνονταν πολλά προβλήματα. Είναι απείρως προτιμότερο να δούμε σ’αυτούς τους ανθρώπους το θύμα, παρά να φτάσουμε στο σημείο να δημιουργήσουμε ένα θύτη» λέει ο Ν. Κανάκης.


Η Ζωή της Αντέλ είναι λεσβιακή.






Αναδημοσίευση από τη lifo.gr

H Maria Cyber βρέθηκε στη δημοσιογραφική προβολή της πολυσυζητημένης ταινίας, και έχει πολλά να πει

Magnify Image
Βγαίνοντας από την δημοσιογραφική προβολή της ταινίας η «Ζωή της Αντελ», το μόνο που μου χάλασε την όμορφη γεύση που μου είχε αφήσει η ταινία, ήταν μερικοί –κάποιοι από τους παρευρισκόμενους δημοσιογράφους- και τα σχόλια τους. Όχι τους είπα, δεν με ενόχλησαν οι σκηνές του σεξ, ναι είμαι λεσβία από τότε που με θυμάμαι, όχι δεν έχω διαβάσει το λεσβιακό κόμικ που βασίστηκε η ταινία, όχι δεν λαμβάνω υπόψη πόσο κακότροπος ακούστηκε ότι είναι ο Κεσις (ο σκηνοθέτης), όχι, ούτε τα σχόλια του Σπίλμπεργκ με απασχολούν όταν του παρέδωσε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.
Μπαίνω σε μια σκοτεινή αίθουσα, κάθομαι αναπαυτικά και βλέπω μια ταινία και σχολιάζω μόνο, μα μόνο αυτό που βλέπω. Όχι τα παρασκήνια, όχι τα παράπονα των ηθοποιών, όχι αν συμβαδίζει με το κομικ, βλέπω μόνο την ταινία και την σχολιάζω. Γράφω μόνο για την 3ωρη απολαυστική ταινία που μόλις είδα.
Λοιπόν boys and girls έξω από την αίθουσα του Δαναού, ήταν η πρώτη φορά που είδατε το σινεμά να φλερτάρει με την πορνογραφία; Το έχουμε πει εδώ και χρόνια, φίλοι κριτικοί του σινεμά, από τότε που κάναμε το πρώτο Post Porn Film Festival του Βερολίνου στο Gagarin το 2007. Το σινεμά εδώ και χρόνια φλερτάρει με την πορνογραφία και η πορνογραφία με το σινεμά.
Τις τελευταίες δεκαετίες πολλοί δημιουργοί ταινιών έχουν χρησιμοποιήσει τον κινηματογράφο για να εξερευνήσουν το θέμα του σεξ. Καταξιωμένοι σκηνοθέτες και ταινίες όπως το Romance της Catherine Breillat, το Baise-moi της Virginie Despente, το 9 Songs του Michael Winterbottom, το Anonymous του Todd Verow, το Intimacy της Patrice Chereau και το ShortBus του John Cameron Mitchell, είναι λίγες από τις πολλές ταινίες στις οποίες σοβαροί καλλιτέχνες έχουν σπρώξει τα όρια του τι μπορεί να δειχτεί πλέον το κοινό από άποψη λογοκρισίας και σεξ. Παράλληλα σκηνοθέτες ταγμένοι στο σεξ, όπως οι Bruce LaBruce, Kris Kramski, Maria Beatty και Wash Westmoreland έχουν σπρώξει από τις δική τους μεριά τα όρια της κλασικής πορνογραφίας και την εμφανίζουν πλέον με ξεκάθαρες σεναριακές δομές.
Αυτή ηταν και η πρώτη ερώτηση που έκανα στην Αντελ Εξαρχοπουλου και μου απάντησε: «Δεν το ένιωσα ότι ήταν αυτό που το ευρύ κοινό ορίζει ως πορνογραφική σκηνή, δεν ένιωσα ότι έπαιζα σε τσόντα, όταν οι σκηνές εξυπηρετούν το σενάριο και δεν χώνετε μέσα του άτσαλα, τότε δεν μιλάμε για πορνογραφία με την έννοια του όρου που έχει αποδώσει η πορνοβιομηχανια στο καθαρό, ειλικρινές σεξ».
Και έχει δίκιο η νεαρή Αντέλ. Καταρχάς ένας μεγάλος έρωτας έχει καλό «σεξ», δεν ήταν καθόλου παράταιρα κουμπωμένο στην ταινία, αντίθετα το περίμενες, όπως παλιά περιμέναμε, κάθε φορά, που βλέπαμε μια δική μας λεσβιακή ταινία, σχεδόν απαιτούσαμε να έχει πολλές και μεγάλες σκηνές σεξ, ήταν η ύψιστη στιγμή του έρωτα και αν δεν είχε, απογοητευόμαστε οικτρά.
Ναι επιθυμούμε το δικό μας σεξ στην μεγάλη οθόνη, ναι έχουμε βαρεθεί να βλέπουμε μόνο straight σεξ, ναι είναι άδικο να κόβονται τα γκέι και λεσβιακά φιλία, ναι μου είναι παντελώς αδιάφορο αν σε ερεθίζει και εσένα το γυναικείο σεξ.
Magnify Image
Από την πρώτη μόλις σκηνή της ταινίας, χώνεσαι μέσα της, η ματιά του σκηνοθέτη είναι ξεκάθαρη, ειλικρινής και ναι ηδονοβλεπτικη. Αλλά όχι φτηνά ηδονοβλεπτική, όχι ως αυτοσκοπός. Ακόμα και όταν εκείνη, η υπέροχη, η όμορφη Αντελ τρώει μια μπουκιά μακαρόνια το αποδίδει «ηδονοβλεπτικά».
Βλέποντας το πλάνο δεν ξέρεις τι ποθείς περισσότερο τα μακαρόνια ή τα χείλια της. Υπέροχο σινεμά, που μια πιρουνιά μακαρόνια φτάνει να είναι το ίδιο δυνατή και όχι πρόστυχη με το σεξ που θα ακολουθήσει.
Ήταν εξ αρχής φανερό ότι όλη η συντηρητική φημολογία για την σκηνή μεγάλης διάρκειας του σεξ, θα κατέρρεε μπροστά σε εικόνες που μαρτυρούν τέχνη, την τέχνη του καλού σινεμά. Την τέχνη που δεν χρησιμοποιεί επιτηδευμένα δελεαστικά καρέ αλλά καρέ που περιγράφουν το συναίσθημα. Την τέχνη του να είσαι εκεί μαζί με την Αντελ, του να είσαι η Αντελ.
Όλη του η ταινία, χωρίς να ξοδεύει μισό ανοιχτό κάδρο, χωρίς να αφήνει μισή πνοή να χάνεται από την σφιχτή εικόνα του, σε κρατά τόσο κοντά στην Ζωή της Αντέλ, σε ρουφά είτε το θες, είτε όχι. Γιατί ξαφνικά έπρεπε να είχε αλλάξει ο Κεσις το κινηματογραφικό του στυλ στις υπέροχες σκηνές του σεξ και μάλλον να διορθώσω, γιατί δεν αντέχω να συνεχίσω το ετεροφυλόφιλο μοτίβο και να μιλάω για σεξ. Ας αποστασιοποιηθώ και ας γράψω πώς το βίωσα, γιατί, λοιπόν φίλοι, στην σκηνή του «μεγάλου έρωτα» μιλάγατε όλοι ξαφνικά για φτηνή ηδονοβλεψία;
Ήταν έρωτας, όχι σεξ και για αυτό πολλές φιλενάδες λεσβίες που το είδαν έκλαψαν σε αυτές τις σκηνής. Συγγνώμη ποια εσκεμμένη, φτηνή, ηδονοβλεψια προκαλεί αυτό το υπέροχο συναίσθημα που μπερδεύεται εξυψωτικά η συγκίνηση με την ηδονή, αυτό το συναίσθημα που πάνω και κάτω σου «κλαις», αυτό το συναίσθημα έβγαλε και όχι εκείνο που δημιουργείται μέσα σε ένα τσοντοσινεμα. Τελικά αναρωτιέμαι, είναι ο Κεσίς φτηνός ματάκιας ή κάποιοι από το κοινό του;
Βλέποντας την πρώτη ώρα της ταινίας (να γίνω ξεκάθαρη θα προσπαθήσω να αποφύγω να αποκαλύψω σεναριακα τι γίνεται στην ταινία, θα γράψω την άποψη μου χωρίς να προδώσω την ιστορία, όσο γίνεται αυτό) σκέφτηκα να πάρω τον μπαμπά μου τηλέφωνο και να του πω, τρέχα να την δεις όταν θα βγει στις αίθουσες, να δεις τι πέρασα στο σχολείο, να δεις για πρώτη φορά στο mainstream σινεμά, πόσο δύσκολο είναι να ποθείς διαφορετικά.
Και ακόμα και όταν τελείωσε η ταινία, «η σκηνή του σεξ» δεν με απότρεψε. Γιατί σίγουρα έχει δει ομοφυλόφιλο γυναικείο πορνό, καιρός είναι να δει και τον έρωτα μεταξύ δυο γυναικών, καιρός να καταλάβει ότι αγαπάμε, αγαπιόμαστε, ερωτευόμαστε, πονάμε το ίδιο δυνατά. Το σεξ στην ταινία, είναι κομμάτι της. Δεν είναι εμβόλιμη τσόντα.



Κάθε σκηνή της με πήγαινε πίσω στα 15 μου, τότε που όταν με φίλησε μια συμμαθήτρια μου έφαγα κόλλημα, τότε που ήταν δύσκολο να πάω σε ένα lesbian bar μόνη σου, τότε που αναγκαζόμουν να φιλάω αγόρια στο στόμα για να γλυτώσω το bullying, το οποίο και τελικά δεν γλύτωνα, τότε την πρώτη φορά που ακούμπησα επιτέλους το πραγματικό αντικείμενο του πόθου μου και χάθηκα μέσα του.
Βλέποντας την ταινία δεν είδα κάτι που εγώ σαν λεσβία δεν ήμουν, για αυτό και βγαίνοντας από την αίθουσα όταν βομβαρδιστηκαν τα αυτιά μου από κάθε γωνία που λάμβαναν ακρόαση, στην μέση ενός άνισου «σε πάχος» κύκλου, τις δυο κυρίαρχες απόψεις των μερικών δημοσιογράφων, ερεθιστικε τόσο άσχημα και αρνητικά το νευρικό μου σύστημα που έχασα αυτόματα όλη την συγκίνηση που μου είχε προσφέρει η ταινία. Θα προτιμούσα να την είχα δει σε μια λεσβιακή και όχι δημοσιογραφική προβολή για να μην αναγκαστώ να μπω κατευθείαν στο ρινγκ της αντιπαράθεσης με την στερεότυπη ετεροφυλόφιλη άποψη. Μου έχωναν στα αυτιά τις προτάσεις τους: δεν είναι λεσβιακή ταινία και το σεξ ήταν καθαρά ηδονοβλεπτικο για τέρψη του αντρικού κοινού, η Αντελ ήταν μπαισεξουαλ.
Μου ερχόταν, πρόστυχα να του απαντήσω, αυτού που το είπε: “Ναι θα είχες ελπίδες να κοιμηθείς μαζί της, αλλά δεν θα σε ερωτευόταν ποτέ.» Ρωτήστε μια λεσβία και πολλές λεσβίες που είδαν και θα δουν την ταινία, ρωτήστε μας πως νιώσαμε. Εσάς πάντα σας συμφέρει να μην βάζετε ταμπέλες και να μην βλέπετε αυτόνομα το υπέροχο λεσβιακό σεξ παρά μόνο ως κομμάτι της φαντασίωση σας και η μεγαλύτερη αποδοχή που μπορείτε να του αποδώσετε, είναι ότι τελικά γίνεται προς τέρψιν σας.
Magnify Image
Επειδή η Αντελ πήγαινε με άντρες, την στιγμή ακριβώς που ποθούσε γυναίκες και δεν μπορούσε να τις έχει, όπως ακριβώς χρησιμοποιείς την λιγότερα ανώδυνη πατερίτσα για να περπατήσεις, όπως ακριβώς κάνεις ανώνυμο σεξ, χωρίς έρωτα για να ξεπεράσεις έναν έρωτα, η Αντελ έκανε σεξ σε ολόκληρη την 3ωρη ταινία με δυο άντρες που και σχεδόν ποτέ δεν είδαμε περιγραφικά, όχι γιατί δεν ήταν ετεροφυλοφιλικά ηδονοβλεψίας ο Κεσις αλλά η απουσία αυτών των πλάνων έδειχνε την θέση του ετεροφυλόφιλου σεξ στην ζωή της Αντέλ, κατείχε δηλαδή την πιο ασήμαντη θέση. Αντίθετα στα 3 χρόνια ζωής της που περιέγραφε η ταινία, η Αντέλ έκλαιγε και ποθούσε και «καιγόταν» όπως ακριβώς μιλάει η ποίηση της Σαπφούς, για τον πόθο της για μια άλλη γυναίκα.
Αλλά ξέχασα, ούτε η Σαπφώ ήταν λεσβία.
Όλη η ταινία περιγράφει την πορεία μιας έφηβης στο να ανακαλύψει, να αποδεχτεί και στο τέλος να βρεθεί σε μια σχέση με γυναίκα την οποία βλέπουμε να ποθεί ακόμα και 3 χρόνια μετά.
Τι άλλο χρειάζεται για να είναι μια ταινία λεσβιακή; Γιατί δεν είναι η ταινία λεσβιακή; Γιατί δεν κάνει να βάζουμε ταμπέλες; Γιατί είναι κακό να πούμε ότι είναι όντως μια υπέροχη λεσβιακή ταινία; Γιατί όταν μια λεσβιακή ταινία είναι καλή, δεν μπορεί να πάρει την ταμπέλα λεσβιακή;
Ξέρω, το άκουσα και αυτό, δεν είναι καμία καινούργια ανακάλυψη. Γιατί όταν μιλάμε για μια καλή ταινία, λέμε μια καλή ταινία, δεν λέμε μια καλή straight ταινία, άρα γιατί να πούμε μια καλή λεσβιακή ταινία; Αλλά να ένα καλό επιχείρημα, όταν λέμε μια καλή ταινία, ένα καλό μπαρ, ένα καλό στέκι, πάντα εννοούμε ότι είναι straight όπως όταν είσαι κοπέλα και είσαι ερωτευμένη κανένας δεν σκεφτεται να σε ρωτήσει με ποια, γιατί όλοι έχουν τον έρωτα ετεροφυλόφιλα δεδομένο. Όπως όταν η Αντελ τόλμησε να διαφοροποιηθεί από την ετεροφυλόφιλη επιλογή, ακόμα και οι κολλητές της στο σχολείο της επιτέθηκαν.
Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας. Το χωρίς ταμπέλα είναι το ετεροφυλόφιλο, εμείς αναγκαστικά σαν κομμάτι του αγώνα μας επιβάλλεται να κολλάμε τις ταμπέλες όπου αρμόζουν για να μπορέσουμε να διεκδικήσουμε μια ισοτιμία.
Φίλοι δημοσιογράφοι, εσείς οι μερικοί κάποιοι, τότε έξω από τον Δαναό, στην ηλιόλουστη εκείνη μέρα, ανοίξτε το μυαλό σας να μπει λίγο φως και καταλάβετε επιτέλους ότι οι ταμπέλες είναι απαραίτητες, όσο ακόμα η απουσία τους περιγράφει μόνο την μια ετεροφυλόφιλη κατεύθυνση, αν τις αποφεύγεται, βοηθάτε και τάσσεστε υπέρ του κάθε Πούτιν.
Η Ζωή της Αντελ είναι λεσβιακή ταινία και θα δείτε ότι θα μπει στο αρχείο των λεσβιακών ταινιών όπως το σύγχρονο L Word και το ακόμα πιο πρόσφατο Oranges is the new black και δίπλα στην συλλογή των all time classic λεσβιακών DVD όπως το βραβευμένο Go Fish, όπως το αριστουργηματικό Bound, όπως το γκέι­/queer σινεμά του Αλμοδόβαρ, και τόσα άλλα πολλά και ας την σκηνοθέτησε άντρας, θα τολμούσα να πω μπράβο του.
Έχει αποδώσει τόσο πραγματικά όλα εκείνα τα συναισθήματα που διακατέχουν μια γυναικεία ερωτική σχέση. Εμείς οι γυναίκες που ερωτευόμαστε και κάνουμε σχέσεις με γυναίκες, γνωρίζαμε ακριβώς τι θα γινόταν στην σχέση της Αντελ με την Εμμα, αναγνωρίσαμε αμέσως την ζήλεια με μια και μόνο στροφή της κάμερας πάνω στην κοπέλα της Αντελ. Όταν ρώτησα την Αντελ αν θεώρησε άδικη την συμπεριφορά της κοπέλας της απέναντι της , εκείνη απάντησε αυτό που θα απαντούσαμε όλες μας « ήταν πολύ άδικη μαζί μου, εκείνη ήταν πιο δυνατή , με πιο έντονη προσωπικότητα και ήξερε πραγματικά ότι την αγαπούσα …»και έκλεισε την απάντηση της τονίζοντας αυτό που όλες μας θα επιλέγαμε «στην πραγματική ζωή αν διάλεγα εγώ τον ρόλο, θα επέλεγα να ήμουν η Εμμα και όχι η Αντελ».
Το διαδίκτυο και ο τύπος έχουν πλημμυρίσει με κριτικές, με τα παρασκηνιακά ξεκατινιάσματα, με οτιδήποτε θέλετε να διαβάσετε για αυτήν την υπέροχη ταινία. Το μόνο που λείπει ως κριτική και θέλησα να γράψω είναι η λεσβιακή ματιά πάνω ταινία. Και αυτήν την κριτική την κλείνω δανειζόμενη μια φράση από το αγαπημένο μου animation Lizzy The Lezzy που λέει ‘ What part of lesbian you don’t understand?

H ταινία βγαίνει σε πολλές Αθηναϊκές αίθουσες από 31 Οκτωβρίου. Απολαύστε την, ανοιχτόμυαλα.

Dykefully Yours
Maria Cyber


Θυμάστε τον πρώτο σας έρωτα; Τον άνθρωπο που σας απογύμνωσε, σας ανέβασε με τρόπους που δεν είχατε φανταστεί, σας έριξε μα και σας έδωσε, ακόμα και μέσα από την απουσία του, το κουράγιο να σταθείτε με τόλμη απέναντι στον εαυτό σας; Η Ζωή της Αντέλ, το βραβευμένο με Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών φιλμ του Abdellatif Kechiche  κάνει την ίδια ερώτηση για μια εμπειρία κοινή σε όλους μας, όπως και όποιοι και αν είμαστε. Εμπνευσμένη από το graphic novel Le Bleu est une Couleur Chaude της Julie Maroh, η ταινία είναι ένας σύγχρονος, απολαυστικά ακατέργαστος, ζωντανός και αληθινός ύμνος στο ύψιστο συναίσθημα. Η Adele είναι μια έφηβη Γαλλίδα από μια οικογένεια μεσαίας  ή κατώτερης μεσαίας τάξης, που προσπαθεί να ανακαλύψει τα πραγματικά της θέλω.  Είναι σχεδόν σίγουρη ότι επιθυμεί να γίνει δασκάλα αλλά ακόμα δεν έχει βρει εκείνο το πρόσωπο, το στόμα, το χαμόγελο, το σώμα και το μυαλό που θα συντονίσει τον ιδιώτικό της ανεμοστρόβιλο με τις πηγαίες και αδιαπραγμάτευτες ανάγκες του μεγαλύτερού της οργάνου, του δέρματός της. Θα δοκιμάσει εκείνο που πρέπει μέχρι να συναντήσει εκείνο που θα την κάνει να είναι: την Emma, φοιτήτρια σε σχολή καλών τεχνών, από μια οικογένεια διαφορετικής τάξης και σκέψης. Όταν οι δυο τους θα έρθουν κοντά, ο παλμός στην καρδιά της Adele θα αλλάξει, κουβαλώντας όλα τα ενδεχόμενα που φέρει η πορεία προς την ενηλικίωση. Το φιλμ του Kechiche έγινε θέμα συζήτησης για την κεντρική ερωτική σκηνή ανάμεσα στις δύο πρωταγωνίστριές του. Θεωρώντας ότι οποιαδήποτε εύκολη συζήτηση στο κατά πόσο η συγκεκριμένη σκηνή είναι προκλητική ή όχι θα υποβάθμιζε τη συνολική αξία της ταινίας, θα θυμίσω τα λόγια του Jim Morrison που μιλώντας για το σεξ είχε πει: «Το σώμα προσπαθεί να πει την αλήθεια. Αλλά συνήθως είναι τόσο κακοποιημένο από κανόνες που φασιστικά θέλουν να ακουστούν και κλειδωμένο από την υποκρισία, που χάνει τη δυνατότητα κίνησης. Είναι σαν να αυτοσακατευόμαστε με ψέματα». Σε πιο παιχνιδιάρικους τόνους η Marilyn Monroe είχε δηλώσει πως το «σεξ είναι μέρος της φύσης» και η Mae West πως το «σεξ είναι συναίσθημα σε κίνηση». Στη ζωή, για ορισμένους από εμάς, υπάρχουν περισσότερο ή λιγότερο ενδιαφέροντα πράγματα από το σεξ. Τίποτε άλλο, όμως, δεν είναι σαν αυτό, ειδικά στην περίπτωση που έρχεται σαν αφύπνιση, προαπαιτούμενο ή έστω συμπλήρωμα της ακούραστης ανάγκης να συνδεθούμε και να νιώσουμε ζωντανοί. Όπου και να το τοποθετούμε στην προσωπική μας σφαίρα, η καλλιτεχνική απεικόνισή του πάντα μας υπενθυμίζει την ανάγκη να διευρύνουμε τα κείμενα που χαρακτηρίζουν τη βιβλιοθήκη της ηθική μας, πέρα από την υποκειμενικότητα των δικών μας εμπειριών ή τη μονολιθική και ξεπερασμένη πια διάσταση που συχνά δίνουν στις συνιστώσες του έρωτα και της αγάπης τα θρησκευτικά δόγματα. Έτσι, στη Ζωή της Αντέλ, ο θεατής έχει κάθε δικαίωμα παρακολουθώντας τη συγκεκριμένη σκηνή να αισθανθεί άβολα, να διεγερθεί ίσως, να γελάσει ή να αδιαφορήσει (αν και το τελευταίο θα είναι λιγάκι ανησυχητικό αν συμβεί).  Οποιοδήποτε όμως υποτιμητικό σχόλιο, (π.χ. περί χυδαιότητος, πορνογραφίας κτλ.) όσο αναμενόμενο και αν είναι, θα έπρεπε να προβληματίσει πρωτίστως τον ίδιο το σχολιαστή για τη σχέση του με την αδιαμφισβήτητη αλήθεια του έρωτα και της επαφής. Μετά το δυστυχώς αναγκαίο διάλειμμα στη γεμάτη φορμόλη παιδική χαρά της συζήτησης περί πρόκλησης,ας περάσουμε στην ουσία.  Ο Kechiche φέρνει την κάμερα αξέχαστα κοντά στα πρόσωπα της Adèle Exarchopoulos και της Léa Seydoux. Ειδικά στην περίπτωση της Exarchopoulos, παρακολουθούμε ένα πλάσμα που η ερμηνευτική του δυναμική σχεδόν ταυτίζει την ηθοποιό με το χαρακτήρα. Η Adèle κοκκινίζει από θυμό,ντροπή και απόγνωση, οι τρίχες στα μαλλιά της αποκτούν ζωή και διαφορετική έκφραση ανάλογα με τη συναισθηματική της κατάσταση, τα χείλη του στόματός της αλλάζουν χρώμα και μέγεθος στην ίδια λογική, τα δάκρυά της κυλούν άλλοτε ελεγχόμενα και άλλοτε σαν μελαγχολική κλεψύδρα που αντιλαμβάνεται ότι μετράει αντίστροφα προς την αλλαγή. Είναι διαρκώς ζωντανή, διαρκώς εκεί. Τα βήματα της Adèle, οι αντιδράσεις και οι επιλογές της, είναι αναγωρίσιμα ακόμα και αν κάποιοι από εμάς δεν θέλουμε να τα θυμόμαστε ή τα έχουμε εκλογικεύσει. Τα αυτιά σας  δεν είχαν ποτέ σταματήσει να αντιδρούν στο άκουσμα του ονόματός σας από άλλους, όταν περπατούσατε δίπλα σε εκείνον ή εκείνη που σας είχε μαγέψει;  Δεν έχετε σωματοποιήσει την απώλεια σαν τον εθισμένο, βουτώντας στην αϋπνία, την υπερβολή, ή τα γλυκά; Δεν έχετε παραδοθεί σταδιακά στα πρέπει του επαγγελματισμού και της  σωστής συμπεριφοράς στο δημόσιο χώρο, ενώ το μόνο που θα θέλατε να κάνετε είναι να φωνάξετε ή να κλάψετε; Δεν έχετε ζηλέψει; Δεν έχετε δει το τέλος; Δεν έχετε κάνει λάθη; Αφηγηματικά, η ιστορία της Adele μπορεί να φαίνεται συνηθισμένη, αλλά είναι ο τρόπος του Kechiche και συνεπικουρικά όλων των συντελεστών, που την κάνουν ξεχωριστά γνώριμη και οικεία. Πέρα από το ναρκισσισμό του Γαλλικού σινεμά και της ανδρικής σκηνοθετικής ματιάς  που μπορεί αναπόφευκτα να επηρεάζουν στιγμές του τελικού αποτελέσματος, η Ζωή της Αντέλ, είναι η ζωή μας. Όχι ίδια, αλλά ανοιχτή στην ευλογία μιας εμπειρίας που καμία απαγόρευση και καμία ηθική κατασκευή δεν θα καταφέρει ποτέ να ελέγξει και να περιορίσει. Γιατί διάολε, μόνο ο έρωτας μπορεί να κάνει το μπλε το πιο ζεστό χρώμα.  Ακόμα και γι’αυτούς που πάσχουν από αχρωματοψία. -
Contact Us

Name *
Email *
Subject *
Message *
Powered byEMF Web Forms Builder
Report Abuse